Ήταν οι άνθρωποι που κάλεσες πρώτους όταν σου συνέβη κάτι όμορφο, αυτοί που κράτησαν το χέρι σου όταν ο κόσμος σου διαλυόταν. Εκείνοι που έβλεπαν το πρόσωπό σου σαν σπίτι, εκείνοι που είχαν γίνει οικογένεια, ακόμα κι αν το αίμα δεν σας ένωνε. Και μετά... χάθηκαν. Ή ίσως χαθήκατε μαζί.
Στην αρχή, δεν καταλαβαίνεις τι συμβαίνει. Λίγο περισσότερη σιωπή, λίγες λιγότερες συναντήσεις. Σκέφτεσαι ότι είναι απλώς μια φάση, ότι οι ζωές σας είναι απασχολημένες, ότι θα ξαναβρεθείτε, όπως πάντα. Μα οι μέρες γίνονται εβδομάδες, οι εβδομάδες μήνες, και ξαφνικά, το πρόσωπο που ήξερες τόσο καλά αρχίζει να ξεθωριάζει.
Και έρχεται εκείνη η στιγμή που τους συναντάς τυχαία. Σας χωρίζει ένας δρόμος, ένα τραπέζι σε μια καφετέρια, μια οθόνη που δείχνει ότι διαβάστηκε το μήνυμά σου αλλά δεν απαντήθηκε. Και μέσα σου σφίγγεται κάτι, γιατί δεν ξέρεις αν πρέπει να χαμογελάσεις ή απλά να περάσεις σαν να μην υπήρξατε ποτέ κομμάτι ο ένας της ζωής του άλλου.
Είναι σκληρό να γίνεσαι ξένος με κάποιον που κάποτε ήξερες καλύτερα από τον καθένα. Δεν είναι απλώς η απουσία τους που πονάει, αλλά το ότι συνεχίζουν να υπάρχουν – να γελάνε, να αγαπάνε, να ζουν – χωρίς εσένα. Και δεν μπορείς να θυμηθείς το ακριβές σημείο όπου οι δρόμοι σας χώρισαν. Ίσως ήταν μια στιγμή, ίσως χιλιάδες μικρές στιγμές που δεν πρόσεξες.
Όμως, η αγάπη που έδωσες, η οικειότητα που μοιράστηκες, δεν διαγράφονται. Ακόμα κι αν η απόσταση έγινε αγεφύρωτη, ακόμα κι αν δεν ξαναμιλήσετε ποτέ, μέσα σου θα κρατάς πάντα εκείνες τις αναμνήσεις. Γιατί κάποιοι άνθρωποι, ακόμα κι όταν φεύγουν, αφήνουν ένα κομμάτι τους μέσα σου. Και ίσως, αν οι δρόμοι σας ξανασυναντηθούν, η καρδιά σου να τους αναγνωρίσει αμέσως – όπως παλιά.
«Το λυπηρό είναι να γίνεσαι ξανά άγνωστος με άτομα που γνώριζες καλύτερα από τον καθένα»

Υπήρξαν άνθρωποι που κάποτε ήξερες καλύτερα κι από τον ίδιο σου τον εαυτό. Ήξερες πότε το χαμόγελό τους ήταν αληθινό και πότε απλά μια προσπάθεια να κρύψουν τη θλίψη τους. Ήξερες τη μυρωδιά του αρώματός τους, τον τρόπο που γελούσαν όταν ήταν πραγματικά ευτυχισμένοι, τις μικρές τους συνήθειες, ακόμα και τις σιωπές τους. Κι αυτοί ήξεραν τα πάντα για σένα.